Άγγελος Τσιγκρής

Υποψήφιος Βουλευτής Αχαΐας

Επικοινώνησε μαζί μου

Υποψήφιος Βουλευτής Αχαΐας

«Βιασμός: Το Αθέατο Έγκλημα»

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ

Η μελέτη, για συστηματικούς λόγους, έχει χωριστεί σε δύο μέρη: το θεωρητικό και το εμπειρικό. Το θεωρητικό μέρος (σελ. 1-314) αποτελείται από τρία κεφάλαια, στα οποία γίνεται μια προσέγγιση των παραγόντων αναφοράς των εγκλημάτων στην αστυνομία -όπως αυτοί έχουν προκύψει από τη διεθνή θεωρητική και εμπειρική ενασχόληση με το συγκεκριμένο ζήτημα- με ιδιαίτερη έμφαση στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει το έγκλημα του βιασμού. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης (σελ. 315-473) παρουσιάζεται η μεθοδολογία, τα αποτελέσματα και τα τελικά συμπεράσματα της έρευνας.
Αναλυτικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο (σελ. 1-96), γίνεται μια προσπάθεια κατανόησης του φαινομένου της αναφοράς του εγκλήματος στην αστυνομία. Η ανάλυση δε στηρίζεται σε κάποιες συγκεκριμένες κατηγορίες εγκλημάτων, αλλά γίνεται με βάση τα στοιχεία των ερευνών για όλα τα εγκλήματα, εκτός του βιασμού που αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστού κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα, μελετάται η σημασία της αναφοράς του εγκλήματος: i) στην εξήγηση του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας, ii) στην ερμηνεία των μηχανισμών επισήμανσης της εγκληματικότητας και iii) στην ανάγνωση και αξιολόγηση των επίσημων εγκληματολογικών στατιστικών. Επίσης, παρουσιάζονται οι κυριότεροι παράγοντες ενεργοποίησης των μηχανισμών του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης και πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος του θύματος, της αστυνομίας, των τρίτων ατόμων και της κοινωνικής επιρροής, Τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία των θυματολογικών ερευνών που αφορούν στα ποσοστά αναφοράς και μη-αναφοράς των εγκλημάτων στην αστυνομία. Μια σύγκριση ανάμεσα στα αποτελέσματα των θυματολογικών ερευνών και στις επίσημες εγκληματολογικές στατιστικές. Τα κυριότερα ερευνητικά αποτελέσματα σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης απόφασης του θύματος για καταγγελία του εγκλήματος. Ένα μοντέλο ανάλυσης και ερμηνείας της διαδικασίας και των σταδίων λήψης της απόφασης του θύματος για καταγγελία. Οι παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση των τρίτων ατόμων για αναφορά του εγκλήματος. Οι παράγοντες που επηρεάζουν την καθυστερημένη αναφορά από τα θύματα και τέλος οι συνέπειες που επιφέρει η απόφαση του θύματος για μη-αναφορά του εγκλήματος στη αστυνομία.
Στο δεύτερο κεφάλαιο (σελ. 97-214), γίνεται μια θυματολογική προσέγγιση του εγκλήματος του βιασμού, προκειμένου ν' αποκτήσουμε μια σφαιρική εικόνα για το συγκεκριμένο έγκλημα. Το ενδιαφέρον του κεφαλαίου εστιάζεται, κατά κύριο λόγο, στο θύμα του βιασμού. Αυτό γιατί, πριν επιχειρηθεί η διερεύνηση των παραγόντων που ωθούν τα θύματα στην απόφαση για αναφορά ή μη του εγκλήματος στην αστυνομία, κρίθηκε σκόπιμο να γίνει μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του υποκειμένου, του οποίου η συμπεριφορά μελετάται στα πλαίσια αυτής της μελέτης. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζονται οι ορισμοί του βιασμού, έτσι όπως αυτοί δίνονται από τον ποινικό νομοθέτη, τις κοινωνικές επιστήμες, την κοινή γνώμη και το θύμα. Αναλύεται ο ρόλος των μ.μ.ε. στη διαμόρφωση των στάσεων του κοινού και των θυμάτων, απέναντι στο έγκλημα του βιασμού. Γίνεται μια επισκόπηση των κυριότερων θεωρητικών προσεγγίσεων του βιασμού. Δίδεται έμφαση στις ιδιαιτερότητες των θυμάτων βιασμού στην αντιμετώπισή τους από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σε σχέση με τα θύματα των υπόλοιπων ποινικών αδικημάτων. Μελετάται η διαδικασία της δεύτερης θυματοποίησης των θυμάτων βιασμού στα πλαίσια του ποινικού συστήματος, ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνεται ο βιασμός από το δράστη και από το θύμα και οι στάσεις του κοινού και των θυμάτων απέναντι στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης. Επίσης, παρουσιάζεται η διαδικασία προόδου και εξέλιξης των υποθέσεων βιασμού στα διάφορα ποινικά στάδια. Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ποινική προώθηση ή απόρριψη των υποθέσεων βιασμού από τα όργανα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι πλατιά διαδεδομένες μυθολογίες σχετικά με το έγκλημα του βιασμού και ταυτόχρονα γίνεται μια προσπάθεια να καταρριφθούν οι μύθοι αυτοί και να αποκατασταθεί η πραγματική εικόνα του φαινομένου. Επίσης, παρουσιάζονται οι κυριότερες συνέπειες που έχει το έγκλημα του βιασμού στο θύμα και τέλος, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους το θύμα επιχειρεί να ξεπεράσει την δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει μετά τη θυματοποίησή του.
Στο τρίτο κεφάλαιο (σελ. 215-314), παρουσιάζονται τα κυριότερα ερευνητικά αποτελέσματα σχετικά με την αναφορά του εγκλήματος του βιασμού στην αστυνομία, καθώς και οι κυριότεροι παράγοντες που την επηρεάζουν. Πιο συγκεκριμένα, δίδεται έμφαση στη φαινομενολογία της αναφοράς και της μη-αναφοράς του βιασμού στην αστυνομία και στους παράγοντες ενεργοποίησης των μηχανισμών του ποινικού συστήματος στις υποθέσεις βιασμού. Επίσης, παρουσιάζονται αναλυτικά τα κυριότερα ερευνητικά αποτελέσματα, σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης απόφασης του θύματος για αναφορά του βιασμού στην αστυνομία. Ένα μοντέλο ανάλυσης και ερμηνείας της διαδικασίας και των σταδίων λήψης της απόφασης του θύματος για καταγγελία. Οι παράγοντες που επηρεάζουν την καθυστερημένη αναφορά των υποθέσεων βιασμού. Η μοναδικότητα του φαινομένου της αναφοράς του εγκλήματος του βιασμού. Οι κυριότερες συνέπειες που έχει η μη-αναφορά του βιασμού. Τέλος, μελετάται το φαινόμενο των ψευδών αναφορών βιασμού και οι λόγοι που τις επιβάλλουν.
Το τέταρτο κεφάλαιο (σελ. 317-349), αναφέρεται στο αντικείμενο, στους στόχους, στις βασικές υποθέσεις, στη μεθοδολογία, στο δείγμα και στις μεθόδους ανάλυσης της έρευνας, καθώς και στις αναγκαιότητες που επέβαλαν την επιλογή τους. Το κεφάλαιο αυτό είναι βασικό προκειμένου κάποιος να κατανοήσει την προβληματική της έρευνας και τον τρόπο που επιλέχθηκε από τον ερευνητή προκειμένου να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, που αφορά στη διερεύνηση της διαδικασίας λήψης απόφασης του θύματος για αναφορά ή μη του εγκλήματος του βιασμού στην αστυνομία.
Στο πέμπτο κεφάλαιο (σελ. 351-465), παρουσιάζονται αναλυτικά τα εμπειρικά δεδομένα της έρευνας. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η φαινομενολογία της αναφοράς του εγκλήματος του βιασμού, οι παράγοντες αναφοράς και μη-αναφοράς του βιασμού στην αστυνομία και οι λόγοι αναφοράς και μη-αναφοράς του συγκεκριμένου εγκλήματος, έτσι όπως δόθηκαν από τα πραγματικά και τα υποτιθέμενα θύματα της θυματολογικής έρευνας.
Τέλος, παρουσιάζονται τα τελικά συμπεράσματα της μελέτης (σελ. 467-473), τα παραρτήματα (σελ. 475-526), η βιβλιογραφία (σελ. 527-557), η νομολογία (σελ. 559-560) και το αλφαβητικό ευρετήριο (σελ. 561-567).
Η παρούσα μελέτη απέδειξε ότι η διαδικασία λήψης της απόφασης του θύματος για αναφορά του βιασμού του στην αστυνομία, συγκροτείται από τρία στάδια τα οποία είναι χρονικά διάδοχα, αλλά πολλές φορές μπορεί να επικαλύπτονται και να μη μπορούν να διαχωριστούν με ευκρίνεια. Για συστηματικούς λόγους θεωρήθηκε το καθ' ένα απ' αυτά ως ξεχωριστό και αυτόνομο, έτσι ώστε να δοθεί μια σχηματική και παραστατική εικόνα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων των θυμάτων.
Στο πρώτο στάδιο το θύμα καλείται να ορίσει τη σεξουαλική επίθεση εναντίον του ως βιασμό. Ο καθοριστικότερος παράγοντας για τον ορισμό της επίθεσης ως βιασμού από το θύμα, είναι η κοινωνική επιρροή των ατόμων του στενού οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι είναι πιθανότερο να οριστούν ως βιασμοί: i) τα τετελεσμένα εγκλήματα, σε σχέση με τις απόπειρες, ii) οι επιθέσεις που περιλαμβάνουν βίαιη εξώγαμη κατά φύση συνουσία, σε σχέση μ' αυτές που περιλαμβάνουν ασελγείς πράξεις, iii) οι επιθέσεις από περισσότερους από έναν δράστες, iv) οι επιθέσεις από έναν απολύτως άγνωστο, στο θύμα, δράστη και v) οι επιθέσεις που κατόπιν το θύμα βιώνει έντονα συναισθήματα ταπείνωσης, οργής και αηδίας. Όσο περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά συγκεντρώνει μια υπόθεση, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να οριστεί ως έγκλημα και ειδικότερα ως βιασμός από το θύμα της. Τα συναισθήματα που βιώνει το θύμα, αμέσως μετά το βιασμό του, δεν επηρεάζουν άμεσα τον ορισμό της επίθεσης ως βιασμού, αλλά καθιστούν το θύμα περισσότερο ευάλωτο στην κοινωνική επιρροή. Ακόμη και όταν μια υπόθεση συγκεντρώνει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αλλά η κοινωνική επιρροή είναι αντίθετη με τον ορισμό της επίθεσης ως εγκλήματος, τότε το περιστατικό δε θα οριστεί ως βιασμός και η διαδικασία λήψης της απόφασης του θύματος θα σταματήσει.
Στο δεύτερο στάδιο και εφόσον έχει οριστεί η επίθεση ως βιασμός, το θύμα καλείται να προσδιορίσει τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Ο καθοριστικότερος παράγοντας για το χαρακτηρισμό του βιασμού ως ιδιαίτερα σοβαρού περιστατικού από το θύμα αποδείχθηκε ότι είναι η κοινωνική επιρροή των ατόμων του στενού οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι είναι πιθανότερο να χαρακτηριστούν ως ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα: i) οι τετελεσμένοι βιασμοί, σε σχέση με τις απόπειρες, ii) οι επιθέσεις που περιλαμβάνουν βίαιη εξώγαμη συνουσία, σε σχέση μ' αυτές που περιλαμβάνουν ασελγείς πράξεις, iii) οι επιθέσεις από περισσότερους από έναν δράστες, iv) οι επιθέσεις στις οποίες απειλήθηκε η ζωή του θύματος, v) οι επιθέσεις που συνδυάζονται με απαγωγή, vi) οι επιθέσεις στις οποίες ο δράστης χρησιμοποιεί κάποιο όπλο, vii) οι επιθέσεις που το θύμα υφίσταται σοβαρό σωματικό τραυματισμό και viii) οι επιθέσεις που κατόπιν το θύμα βιώνει έντονα συναισθήματα ταπείνωσης, οργής και αηδίας. Όσο περισσότερα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά συγκεντρώνει μια υπόθεση, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να οριστεί ως έγκλημα και ειδικότερα ως βιασμός από το θύμα της. Τα συναισθήματα που βιώνει το θύμα, αμέσως μετά το βιασμό του, δεν επηρεάζουν άμεσα τη διαδικασία προσδιορισμού της σοβαρότητας του βιασμού, αλλά καθιστούν το θύμα περισσότερο ευάλωτο στην κοινωνική επιρροή. Ακόμη και όταν μια υπόθεση συγκεντρώνει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αλλά η κοινωνική επιρροή είναι αντίθετη με το χαρακτηρισμό του εγκλήματος ως ιδιαίτερα σοβαρού, τότε ο βιασμός δε θα χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα και η διαδικασία λήψης της απόφασης του θύματος θα τερματιστεί.
Στο τρίτο και τελευταίο στάδιο και εφόσον το έγκλημα έχει χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα σοβαρό, το θύμα καλείται να αποφασίσει σχετικά με το τι θα κάνει προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που του έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα του βιασμού του. Ο καθοριστικότερος παράγοντας λήψης απόφασης του θύματος για αναφορά του βιασμού στην αστυνομία βρέθηκε να είναι η κοινωνική επιρροή των ατόμων του στενού οικογενειακού και κοινωνικού του περιβάλλοντος. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι για να πάρει το θύμα την απόφαση να αναφέρει το βιασμό του στην αστυνομία θα πρέπει να ισχύουν οι παρακάτω συνθήκες: i) το θύμα δε θα πρέπει να βιώνει έντονους φόβους αναφορικά με μια ενδεχόμενη κοινωνική του απόρριψη που θα ήταν το αποτέλεσμα της δημοσιοποίησης του εγκλήματος, που θα επέλθει από την αναφορά του στην αστυνομία, ii) δεν πρέπει να υπάρχουν δυνατότητες έξω-ποινικού συμβιβασμού ανάμεσα στο δράστη και το θύμα, iii) τα θύματα θα πρέπει να κατοικούν ή να έχουν ζήσει για το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής τους σε αστικές περιοχές και iv) τα θύματα θα πρέπει να είναι άγαμα. Όσο περισσότερες από τις παραπάνω συνθήκες ισχύουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες αναφοράς του βιασμού στην αστυνομία. Ακόμη και όταν μια υπόθεση συγκεντρώνει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αλλά η κοινωνική επιρροή είναι αντίθετη με την αναφορά του εγκλήματος στην αστυνομία, τότε ο βιασμός δε θα αναφερθεί και το θύμα θα επιλέξει μια από τις υπόλοιπες εναλλακτικές λύσεις που του παρουσιάζονται προκειμένου να διευθετήσει την κρίση που έχει προκαλέσει το έγκλημα.

Not Found: /home/tsigrisg/public_html/app/views/elements/news.ctp Not Found: /home/tsigrisg/public_html/app/views/elements/video.ctp

Προσφατα Tweets